Αν και η πρόσφατη απαγόρευση καπνίσματος σε δημόσιους χώρους είναι νέα έννοια στο Ελλαδιστάν, είναι γνωστό ότι στις προηγμένες δυτικές χώρες ισχύει εδώ και χρόνια. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί θεωρούν τα μέτρα κατά του καπνίσματος ως δείγματα πολιτισμού και προόδου στην κοινωνία. Υπάρχει όμως κάτι σε αυτή την ιστορία που επιμελώς αποκρύπτεται.
Μέχρι και το 1999, η Δύση αντιμετώπιζε την πρόοδο της ιατρικής επιστήμης στο θέμα της διάγνωσης των βλαβερών συνεπειών του καπνίσματος, ως δικό της πνευματικό παιδί -αποτέλεσμα επίπονων ερευνών δυτικών επιστημόνων, που κατέληξαν σε αυτές τις διαπιστώσεις στα μέσα της δεκαετίας του '50.

Το 1999 όμως, η έκδοση ενός βιβλίου με τίτλο
"The Nazi War on Cancer" (Princeton University Press, 1999) υπό του ιστορικού
Dr Robert Proctor,
ήρθε να θέσει σε αμφισβήτηση την ισχύουσα αντίληψη.

Ο Proctor στο βιβλίο του αχολήθηκε με τις πολιτικές Δημόσια Υγείας του ναζιστικού κράτους. Όλως περιέργως, με τα μάτια του συγγραφέα αλλά και οποιουδήποτε σύγχρονου ανθρώπου, οι πολιτικές Δημόσιας Υγείας των Εθνικοσοσιαλιστών φαντάζουν απίστευτα σύγχρονες. O Proctor διαπίστωσε ότι η αντικαπνιστική εκστρατεία ήταν ένας μόνο από τους τομείς στους οποίους οι Ναζί έδωσαν έμφαση. Προσπαθώντας να δημιουργήσουν μια ουτοπία υγιούς κοινωνίας, απαλλαγμένης από κάθε είδους ασθένεια που μπορεί να προληφθεί, προώθησαν επικοινωνιακές πολιτικές όχι μόνο κατά του καπνίσματος, αλλά και κατά του αλκοολισμού όπως επίσης και υπέρ της υγιεινής διατροφής. Προέκταση των παραπάνω πολιτικών αλλά και αποτέλεσμα της στάσης τους αυτής, ήταν και οι κατοπινότερες πολιτικές ευγονικής. Δεν περιορίστηκαν μάλιστα μόνο στις επικοινωνιακές πολιτικές, αλλά χορήγησαν αφειδώς κονδύλια προκειμένου να ενισχυθεί η επιστημονική έρευνα για τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος.
Πράγματι οι Γερμανοί γιατροί, υπήρξαν παγκοσμίως οι πρώτοι που από τη δεκαετία του 30 κιόλας, απέδειξαν τη συσχέτιση του καπνίσματος όχι μόνο με τον καρκίνο του πνεύμονα, αλλά και με την στεφανιαία νόσο και το έμφραγμα του μυοκαρδίου. Ο ίδιος ο Χίτλερ χρηματοδότησε με τεράστια ποσά το Wissenschaftliches Institut zur Erforschung der Tabakgefahren, δηλαδή το Ινστιτούτο Ερευνών για τους Κινδύνους του Καπνίσματος στο πανεπιστήμιο της Ιένας, επικεφαλής του οποίου ήταν η πλέον εξέχουσα μορφή της αντικαπνιστικής εκστρατείας (και πρύτανης του συγκεκριμένου πανεπιστημίου) δρ Καρλ Αστελ. Δεδομένου ότι ο Άστελ, υπήρξε όχι μόνο φανατικός αντικαπνιστής, αλλά και εθνικοσοσιαλιστής, αντισημίτης, οπαδός της ευθανασίας και τέλος υψηλόβαθμος αξιωματικός των SS, δεν είναι περίεργο ότι είχε ως αγαπημένη συνήθεια να παίρνει τα τσιγάρα από το στόμα ανύποπτων καπνιζόντων που βρίσκονταν στο δρόμο του και να τα σβήνει πετώντας τα κάτω και πατώντας τα με τη μπότα του. Ούτε περίεργο είναι τέλος, ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος αυτοκτόνησε προς το τέλος του πολέμου, όχι τόσο από το φόβο του να δικαστεί ως εγκληματίας πολέμου (μια και είχε κατηγορηθεί ως τέτοιος), αλλά περισσότερο από απογοήτευση για την ήττα του εθνικοσοσιαλισμού. Γιατροί όπως ο Muller και ο Schairer, υπήρξαν οι πρώτοι παγκοσμίως που έκαναν ελεγχόμενες επιδημιολογικές μελέτες, αναφέροντας ότι ο καρκίνος του πνεύμονα εμφανίζεται σε πολύ υψηλότερα από το μέσο όρο ποσοστά σε καπνιστές, με αποτέλεσμα το μέλος του NSDAP και του NSKK Muller, να θεωρείται από πολλούς ως ο ξεχασμένος πατέρας της επιδημιολογίας.
Φυσικό είναι, ότι όταν οι Ναζί ανακήρυξαν νούμερο ένα εχθρό του κράτους τον καρκίνο, δεν ήταν δυνατό να λείπει και ο Νο 2 εχθρός, δηλαδή οι Εβραίοι, με τις δυτικές καπνοβιομηχανίες να παρουσιάζονται (στο μεγαλύτερό τους ποσοστό) ως Εβραϊκών συμφερόντων.
Ο Νο 1 διαφημιστής της αντικαπνιστικής καμπάνιας και δημόσιος ομιλητής κατά του καπνίσματος, ήταν φυσικά ο ίδιος ο Αδόλφος Χίτλερ. Ο Χίτλερ υπήρξε μανιώδης καπνιστής στα νιάτα του, φτάνοντας τα 2 πακέτα την ημέρα, μέχρι που αποφάσισε να κόψει τη βλαβερή αυτή συνήθεια, με αποτέλεσμα από τότε να γίνει ακτιβιστής στον αγώνα κατά του καπνίσματος. Πέραν αυτού και σύμφωνα πάντα με την εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία, δηλαδή μίξη φυλετισμού και εθνικισμού, θεωρούσε το κάπνισμα ως "την εκδίκηση του Ερυθρόδερμου προς τον Λευκό άνθρωπο, ως αντίποινο για την παροχή σε αυτόν από τον λευκό άνθρωπο του αλκοόλ". Πίστευε πως πολλοί "ικανοί άνθρωποι χάθηκαν νωρίς από τις συνέπειες του καπνίσματος" θεωρούσε το κάπνισμα "παρακμιακή συνήθεια", αντάξια υπανθρώπων (όπως Εβραίοι, πόρνες, ομοφυλόφιλοι, τσιγγάνοι κλπ) και ενθάρρυνε τους καπνιστές στο στενό του κύκλο να διακόπτουν το κάπνισμα, ανταμείβοντάς τους με διάφορα δώρα όταν τα κατάφερναν, εν προκειμένω χρυσά ρολόγια. Δήλωνε εξαιρετικά απογοητευμένος από την διατήρηση της βλαβερής συνήθειας από την Εύα Μπράουν και τον Μάρτιν Μπόρμαν καθώς και εκνευρισμένος από τις δημόσιες εμφανίσεις του πάντα μερακλή και λάτρη των απολαύσεων Χέρμαν Γκέρινγκ με πούρο ή τσιγάρο στο χέρι.

Το αντικαπνιστικό μένος πάντως του Χίτλερ ήταν ένας μόνο από τους λόγους της εκστρατείας κατά του καπνίσματος. Η γερμανική κοινή γνώμη ήταν ήδη προετοιμασμένη από τις αρχές κιολας του 20ου αιώνα, μια και στη χώρα αυτή έκανε την εμφάνισή του από τότε κιόλας ένα πρώϊμο αντικαπνιστικό κίνημα. Βασικό κίνητρο της ναζιστικής αντικαπνιστικής εκστρατείας, υπήρξε πάντως η αναπαραγωγή της Αρίας φυλής. Αν για τους Ναζί ήταν ανεπίτρεπτο μια φορά το κάπνισμα σε άνδρες, ήταν ανεπίτρεπτο εκατό φορές σε γυναίκες. Πίστευαν ότι προκαλεί πρόωρη γήρανση και επομένως απώλεια ομορφιάς, με αποτέλεσμα οι καπνίστριες να μην γίνονται ελκυστικές ως σύζυγοι και μητέρες από τους άνδρες, όπως επίσης (σωστά όπως απεδείχθη πρόσφατα) ότι το μητρικό γάλα μιας καπνίστριας περιέχει νικοτίνη επιζήμια για το βρέφος, αλλά και ότι οι καπνίστριες αντιμετώπιζαν υψηλότερο κίνδυνο αποβολής κατά την κύηση. Δεδομένου ότι κύριο μέλημα της ναζιστικής πολιτικής ήταν η πληθυσμιακή αύξηση του γερμανικού έθνους, όλα τα παραπάνω καθιστούσαν τις καπνίστριες κοινωνικά απόβλητες.
Σε επικοινωνιακό επίπεδο, οι Ναζί τύπωσαν προπαγανδιστικές αφίσες και ξεκίνησαν σεμινάρια επιμόρφωσης για τους κινδύνους του καπνίσματος τόσο σε σχολεία όσο και σε εργασιακούς χώρους, χρησιμοποιώντας γιατρούς ή ομάδες μελών της Hitlerjugend και της Bund Deutcher Madel. Εφηύραν τον όρο "παθητικό κάπνισμα", προκειμένου να εντυπωθεί στην κοινή γνώμη ότι προκαλείται πρόβλημα όχι μόνο στους καπνιστές αλλά και στους γύρω τους, ενθάρρυναν τη συγγραφή επιστημονικών άρθρων σε γνωστά και έγκυρα περιοδικά αχολούμενα με θέματα υγείας όπως το Gesundes Volk, το Volksgesundheit αλλά και σε άλλα ευρύτερης κυκλοφορίας περιοδικά, ενώ επίσης εξέδωσαν και το πρώτο αμιγώς αντικαπνιστικό περιοδικό, το Reine Luft (Καθαρός αέρας).
Μετά την επιστημονική επιβεβαίωση των βλαβερών συνεπειών του καπνίσματος, πέρασαν νομοθετικά μέτρα εναντίον του. Απαγόρευσαν τη διαφήμιση προϊόντων καπνού σε περιοδικά, εφημερίδες και κινηματογράφο και κυρίως τις διαφημίσεις όπου το κάπνισμα εμφανιζόταν ως αρρενωπή συνήθεια (προκειμένου να μην δελεάζονται τα νεαρά αγόρια). Ανάγκασαν τους αγρότες να καλλιεργούν συγκεκριμένα στρέμματα γης ελέγχοντας έτσι την παραγωγή καπνού, έβαλαν υπερβολικούς φόρους στα τσιγάρα αυξάνοντας δυσανάλογα την τιμή τους προκειμένου να αποθαρρυνθεί η κατανάλωση, ενώ το 1938 ξεκίνησε η απαγόρευση του καπνίσματος πρώτα στη Luftwaffe και στα Γερμανικά Ταχυδρομεία, στη συνέχεια σε νοσοκομεία και σχολεία, στα γραφεία του ναζιστικού κόμματος και τέλος στα μέλη των SS και τους αστυνομικούς όταν βρισκόντουσαν εν ώρα υπηρεσίας. Ειδικά για τις γυναίκες υπήρξαν απαγορευτικά μέτρα καθόλη τη διάρκεια του πολεμου. Απαγορευόταν η διανομή μερίδας τσιγάρων σε έγκυες, σε γυναίκες κάτω των 25 ετών η άνω των 55, ενώ τέλος απαγορεύτηκε το κάπνισμα σε τράμ και γενικότερα σε μέσα μεταφοράς, ύστερα από οδηγία του Χίτλερ, ο οποίος ανησυχούσε για την έκθεση των γυναικών-εισπρακτόρων στον καπνό στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Τέλος το 1943, απαγορεύτηκε η πώληση τσιγάρων σε ανηλίκους (κάτω των 18 ετών), αλλά και το κάπνισμα δημόσια από αυτούς.

Τέλος, είναι τραγικό ότι μεταπολεμικά το κάπνισμα ταυτίστηκε με την ελευθερία επιλογής στον άνθρωπο. Οι νεαρές Αμερικανίδες που πέταγαν πακέτα τσιγάρα στα πλήθη που πανηγύριζαν τη λήξη του Β' Παγκοσμίου, τόνιζαν ακριβώς αυτήν την αντίθεση: της ατομικής ελευθερίας σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, από την "έλλειψή της" στον ναζιστικό ολοκληρωτισμό. Χρειάστηκε να περάσουν 50 χρόνια για να υϊοθετηθούν από τις δυτικές δημοκρατίες, οι "ανελεύθερες" πολιτικές των "κακών" εθνικοσοσιαλιστών. Χαρακτηριστικό δε του συγκεκριμένου βιβλίου, είναι ότι επικρίθηκε ως μη καταγγελτικό του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους, μια και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ναζισμός υπήρξε ένα κολάζ τόσο καλών όσο και κακών πολιτικών και όχι ένα αμιγώς "κακό" πολίτευμα.